ΕΡΕΥΝΕΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Η έρευνα αυτή είναι η πρώτη που διεξάγει το περιοδικό Monthly Review στο χώρο του αθλητισμού. Το θέμα της σχετίζεται με τη λειτουργία των υπαρχόντων αθλητικών μοντέλων και κυρίως αυτού που λειτουργεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει συγκροτηθεί με την πάροδο των χρόνων μέσα από μια διαδικασία σύγκλισης των επιμέρους αθλητικών μοντέλων των χωρών-μελών. Η διαδικασία δεν έχει ακόμη συντελεσθεί πλήρως, και γι’ αυτό παρουσιάζονται ακόμη αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες ανάμεσα στις περιφέρειες (Βορράς–Νότος) ή στις χώρες-μέλη (όπως στην Ελλάδα).
Η Λευκή Βίβλος για τον Αθλητισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) υπήρξε η βάση για τη διαμόρφωση των ερωτημάτων της έρευνας, στο βαθμό που συνοψίζει μεν τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού μοντέλου αλλά και επιδιώκει ταυτόχρονα να το διαμορφώσει περαιτέρω και να δώσει κατεύθυνση στο ρόλο του αθλητισμού στην Ευρώπη.
Ο στόχος της έρευνας ήταν τόσο η αξιολόγηση του ευρωπαϊκού αθλητικού μοντέλου όσο και η ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού αθλητικού μοντέλου. Η σύγκριση αυτή επιτρέπει να διερευνηθούν οι παθογένειες του ελληνικού αθλητικού μοντέλου –το οποίο στη γενική του φιλοσοφία και τη διάρθρωσή του ταυτίζεται με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό– και να αναδειχθούν επιμέρους πεδία παρέμβασης είτε από την πλευρά του κράτους είτε από αυτή των αθλητικών φορέων και θεσμών.
Στην έρευνα συμμετείχαν μέλη των ελληνικών αθλητικών ομοσπονδιών, πανεπιστημιακοί και ειδικοί στον αθλητισμό, λόγω της εγγενούς δυσκολίας και του ειδικού χαρακτήρα της. Η έρευνα δεν καλύπτει όλο το φάσμα των θεμάτων που αναπτύσσονται στη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό της ΕΕ. Η ολοκλήρωσή της θα γίνει με δύο επιπρόσθετες έρευνες τις οποίες έχει προγραμματίσει το Monthly Review για το άμεσο μέλλον.
Για τα αθλητικά μοντέλα
Η υπάρχουσα ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα στο χώρο του αθλητισμού, σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό, πρέπει να αποτυπωθεί σε ένα ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, το οποίο να προέρχεται από μια ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών –ένας χώρος ο οποίος δεν υπάρχει και δεν μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς την έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας, που και αυτή με τη σειρά της δεν υπάρχει– και να αποτελεί έκφραση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της στάσης των Ευρωπαίων απέναντι στις αθλητικές αξίες. Με δεδομένη την ανυπαρξία της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών, το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο συγκροτείται πάνω σε δύο άξονες: πρώτον, αντανακλώντας κοινές συνισταμένες του αθλητικού πολιτισμού των επιμέρους κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεύτερον, ενσωματώνοντας επιμέρους αξίες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Επομένως, το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο πρέπει να έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
• Να είναι ένα δημοκρατικό μοντέλο το οποίο θα διασφαλίζει τη δυνατότητα συμμετοχής όλων στον αθλητισμό ή, όπως διατυπώνεται διαφορετικά, θα αποτελεί ένα μοντέλο αποφυγής του «αθλητικού αποκλεισμού» και προαγωγής του «περιεκτικού αθλητισμού».
• Το μοντέλο θα πρέπει να έχει πυραμιδοειδή μορφή, με τις ομάδες να αποτελούν τη βάση της πυραμίδας, εξασφαλίζοντας τη λαϊκή συμμετοχή σε τοπικό επίπεδο. Στο επόμενο επίπεδο θα υπάρχουν περιφερειακές ενώσεις και πρωταθλήματα. Στο αμέσως επόμενο, ομοσπονδίες και πρωταθλήματα στα πλαίσια του εθνικού κράτους. Στην κορυφή της πυραμίδας θα υπάρχουν οι ευρωπαϊκές συνομοσπονδίες απαρτιζόμενες από εκπροσώπους των εθνικών ομοσπονδιών. Το πυραμιδοειδές μοντέλο δίνει τη δυνατότητα διασύνδεσης με τις παγκόσμιες Αρχές λειτουργίας των επιμέρους αθλημάτων, οι οποίες διέπονται από την ίδια λογική.
• Το μοντέλο θα πρέπει να ενσωματώνει την αρχή της «οικονομικής αλληλεγγύης», δηλαδή τη δυνατότητα διανομής των κρατικών πόρων σε όλες τις βαθμίδες της πυραμίδας.
• Το μοντέλο θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τις αρχές της «προαγωγής και του υποβιβασμού» για να διασφαλίσει κίνητρα συμμετοχής στο πυραμιδοειδές σχήμα.
Τι επιπλέον διασφαλίζει ένα πυραμιδοειδές μοντέλο; Σύμφωνα με τις αθλητικές εμπειρίες των κρατών-μελών της ΕΕ, τα θετικά μιας πυραμιδοειδούς αθλητικής δομής είναι:
• Η πυραμίδα θεωρείται ένα μοντέλο το οποίο ευνοεί τον ανταγωνισμό. Ξεκινά από τοπικά πρωταθλήματα και καταλήγει σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά.
• Η πυραμίδα θεωρείται ένα μοντέλο το οποίο ευνοεί την αυτοοργάνωση. Δίνει δυνατότητες αξιοποίησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού στόχου.
• Η πυραμίδα θεωρείται μια αντανάκλαση της εικόνας της ιεράρχησης των ανθρώπινων ικανοτήτων. Ξεκινά με τον ερασιτεχνισμό στη βάση και καταλήγει στον επαγγελματισμό στην κορυφή.
• Η πυραμίδα διαμορφώνει τις δυνατότητες γραφειοκρατικού και πολιτικού ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να ασκείται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό, μέσα από την προώθηση της κατάλληλης νομοθεσίας και των αναγκαίων θεσμών.
Φαίνεται λοιπόν ότι το ευρωπαϊκό όραμα για το αθλητικό μοντέλο της ΕΕ είναι μια πυραμίδα η οποία θεωρείται μια «αδιαίρετη ολότητα». Μια ολότητα η οποία αναμειγνύει διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής δραστηριότητας όπως ο ανταγωνισμός, η αυτοοργάνωση, οι ικανότητες, η σχέση ερασιτέχνη–επαγγελματία, ο γραφειοκρατικός έλεγχος και η πολιτική εκπροσώπηση. Εν ονόματι της «διαφάνειας» και της «αποτελεσματικότητας» ενός ιεραρχημένου ελέγχου, προωθείται μια ενιαία και μονοδιάστατη δομή για τον ευρωπαϊκό αθλητισμό.
Εξετάζοντας αυτή την πυραμίδα από την πλευρά των αξιών του ευρωπαϊκού καπιταλισμού –όσο μπορεί καταχρηστικά να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει ευρωπαϊκός καπιταλισμός και όχι επιμέρους καπιταλισμοί των εθνικών κρατών– μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένες από τις αξίες αυτές, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί και σε όλες τις ευρωπαϊκές συνθήκες: ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η μερική αναδιανομή στις κατώτερες βαθμίδες, η επιθυμητή πολιτική παρέμβαση, η αναπαραγωγή της ιεραρχημένης ανισότητας –που στον αθλητισμό εκφράζεται με τη διάκριση ερασιτεχνισμού και επαγγελματισμού– καθώς και η προσπάθεια διαμόρφωσης ενιαίας ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Σύμφωνα με όσα προαναφέραμε, ο ευρωπαϊκός αθλητισμός αναπτύσσεται με βάση το αντίστοιχο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, δηλαδή με βάση την πυραμιδοειδή λογική και τις αρχές του «περιεκτικού αθλητισμού», της «οικονομικής αλληλεγγύης», του «ανταγωνισμού» που μεταφράζεται σε προαγωγές και υποβιβασμούς καθώς και στον πολιτικό έλεγχο και παρέμβαση. Βέβαια, το μοντέλο αυτό προσομοιάζει περισσότερο σε έναν ανταγωνιστικό καπιταλισμό σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, ο οποίος όμως επιτρέπει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση κεφαλαίου και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Έτσι, οι πλούσιες και επιτυχημένες ομάδες γίνονται πλουσιότερες και οι φτωχές φτωχότερες, και όσες στοχεύουν στη βελτίωση έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία κάθε χρόνο να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.
Αντίθετα, το αμερικανικό αθλητικό μοντέλο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά:
• Το κάθε επιμέρους άθλημα προκαλεί ανταγωνισμό και προσδίδει αξία στους συλλόγους που ασχολούνται με το συγκεκριμένο άθλημα, η οποία είναι άμεσα μετρήσιμη και εμπορεύσιμη.
• Επιτρέπει τη συμμετοχή όλων με βάση τις προδιαγραφές του «αμερικανικού ονείρου» περί επιτυχίας.
• Σε κάθε κατηγορία πρέπει να εναρμονίζονται οι αρχές του μάρκετινγκ και της δημιουργίας «brand name» με την ισχύ και το χρήμα. Τα αμερικανικά επαγγελματικά αθλήματα, όπως το αμερικανικό ποδόσφαιρο, το μπέιζμπολ, το μπάσκετ και το χόκεϊ αποτελούν την επιτομή του μάρκετινγκ, παράγοντας μεγάλες ποσότητες νικητών και ηττημένων σε κάθε αθλητική περίοδο.
• Σε αντίθεση με το πυραμιδοειδές ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, ο αμερικανικός αθλητισμός λειτουργεί στα πλαίσια ενός τυπικού οικονομικού καρτέλ. Δεν υπάρχουν προαγωγές και υποβιβασμοί. Η κατάταξη των ομάδων στον βαθμολογικό πίνακα συνδέεται άμεσα με την εμπορική αξία της κάθε ομάδας, που πέφτει ή ανεβαίνει ανάλογα με τις επιδόσεις της. Οι ομάδες του καρτέλ μοιράζονται τα έσοδα, ρυθμίζουν αυστηρά την είσοδο σε αυτό, ενισχύουν τους ασθενέστερους (όπως, για παράδειγμα, μέσα από την προτεραιότητα στην επιλογή νέων ταλέντων: διαδικασία των drafts), για να διατηρηθεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ανταγωνισμού, και διαπραγματεύονται συλλογικά με τις αθλητικές Αρχές.
Οι υποστηρικτές αυτού του μοντέλου πιστεύουν ότι αποτελεί έναν συνεργατικό τρόπο οργάνωσης των αθλητικών δραστηριοτήτων, ότι είναι οικονομικά αποτελεσματικότερο και ότι περιορίζει σε σημαντικό βαθμό την κρατική παρέμβαση. Ήδη, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα πρωταθλήματα στα ελίτ αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κ.ά.) διεξάγονται με βάση το αμερικανικό συνεργατικό μοντέλο, το οποίο εξαπλώνεται ακολουθώντας τη διάδοση του επαγγελματικού αθλητισμού.
Το τρίτο αθλητικό μοντέλο, το κρατικό, συνδέεται κυρίως με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»• τόσο με εκείνον που κατέρρευσε στα πλαίσια των ανατροπών που υπήρξαν στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όσο και με αυτόν που εξακολουθεί να λειτουργεί στην Κίνα, στην Κούβα, στο Βιετνάμ, στο Λάος κ.α. Το αθλητικό μοντέλο αυτών των χωρών υπερκαθορίζεται από την παρουσία και τη δραστηριότητα του κράτους. Ο αθλητισμός πρέπει πρωτίστως να συμβάλλει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας και στην κάλυψη των γενικότερων λαϊκών αναγκών. Οργανώνεται σε ερασιτεχνικό επίπεδο και μετά από πρωτοβουλίες εργατικών, αγροτικών και εν γένει λαϊκών συσσωματώσεων. Η οργάνωσή του εμπεριέχει μια πυραμιδοειδή μορφή στο βαθμό που ο αθλητικός ανταγωνισμός θεωρείται ένα αποδεκτό κίνητρο λαϊκής κινητοποίησης και αξιοποίησης των ατομικών δεξιοτήτων.
Σε εθνικό επίπεδο και στα πλαίσια της συμμετοχής των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο παγκόσμιο αθλητικό γίγνεσθαι, ο αθλητισμός συμβάλλει στην προώθηση της θετικής εικόνας της χώρας και στην ανάδειξη της υπεροχής του υιοθετημένου αθλητικού μοντέλου.
Μετά από τις προαναφερόμενες καταρρεύσεις και ανατροπές που σημειώθηκαν στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το αθλητικό μοντέλο κατηγορήθηκε πολλαπλά και με κύρια αιχμή την με κάθε μέσο –βασικά με φαρμακευτικά μέσα– προσπάθεια επίτευξης αθλητικών επιτυχιών. Αν στην περίοδο 1950–1990 οι αθλητικές επιτυχίες τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής εντάσσονταν στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου, στην τρέχουσα περίοδο εντάσσονται κυρίως από την Κίνα στη διεύρυνση της ήπιας ισχύος της μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι υπάρχει και ένα τέταρτο αθλητικό μοντέλο: αυτό που αναπτύσσεται στον Τρίτο Κόσμο. Το μοντέλο αυτό αντανακλά τόσο την άνιση ανάπτυξη του αθλητισμού σε παγκόσμια κλίμακα όσο και την αδυναμία των αναπτυσσόμενων χωρών να προσεγγίσουν τις αναπτυγμένες. Με βάση το μοντέλο αυτό, ο «αθλητισμός για όλους» αποτελεί προοπτική που δεν μπορεί να επιτευχθεί. Η απουσία ειδικών, η έλλειψη εγκαταστάσεων, η ελαχιστοποιημένη αθλητική παιδεία, σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και τους μεγάλους ρυθμούς αύξησης του αθλητισμού, αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες για την ανάπτυξη μαζικού αθλητισμού. Έναντι αυτού επιλέγεται ένα μοντέλο υψηλών διακρίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού κάθε χώρας. Οι επιμέρους και σποραδικές αθλητικές διακρίσεις αποτελούν παράγοντα ενίσχυσης της εικόνας και του κύρους της χώρας και συμβάλλουν στην προσπάθεια επίτευξης κοινωνικής συνοχής.
Στις επόμενες ενότητες αναλύονται τα ευρήματα της έρευνας και εξάγονται συμπεράσματα για τις συγκλίσεις και διαφοροποιήσεις του ελληνικού και του ευρωπαϊκού αθλητικού μοντέλου.
Θετικές αξίες
Η Λευκή Βίβλος προβάλλει ένα σύστημα θετικών αξιών οι οποίες πρέπει να ενσωματώνονται στο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο. Όλες αυτές οι αξίες, σύμφωνα με τους ερωτώμενους, θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό μοντέλο.
Η ομαδικότητα (68%), η αλληλεγγύη (60%), η ανεκτικότητα (57%), η ευγενής άμιλλα (55%), η πειθαρχία (74%) και ο σεβασμός των κανόνων (71%) πιστεύεται ότι εμπεριέχονται πολύ ή αρκετά στο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σε όλες τις ερωτήσεις υπερίσχυσε το «αρκετά» με μεγάλα ποσοστά (ομαδικότητα 50%, αλληλεγγύη 51%, ανεκτικότητα 48%, ευγενής άμιλλα 44%, πειθαρχία 47%, σεβασμός των κανόνων 38%) έναντι του «πολύ» που λαμβάνει μικρά ποσοστά (ομαδικότητα 18%, αλληλεγγύη 9%, ανεκτικότητα 9%, ευγενής άμιλλα 11%, πειθαρχία 27%, σεβασμός των κανόνων 33%).
Από την άλλη πλευρά, στο ελληνικό αθλητικό μοντέλο μόνο η ομαδικότητα εκφράζεται ως θετική αξία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% (συγκεκριμένα, στο 54%). Η αλληλεγγύη (42%), η ανεκτικότητα (39%), η ευγενής άμιλλα (38%), η πειθαρχία (44%) και ο σεβασμός των κανόνων (36%) δεν θεωρούνται ότι εκφράζονται τόσο ισχυρά στο ελληνικό μοντέλο. Από τις αναλύσεις των απαντήσεων φαίνεται ότι και στην ελληνική περίπτωση το «αρκετά» υπερισχύει με μεγάλα ποσοστά (ομαδικότητα 39%, αλληλεγγύη 36%, ανεκτικότητα 35%, ευγενής άμιλλα 36%, πειθαρχία 33%, σεβασμός των κανόνων 33%), έναντι του «πολύ» που λαμβάνει μικρά ποσοστά (ομαδικότητα 15%, αλληλεγγύη 6%, ανεκτικότητα 4%, ευγενής άμιλλα 2%, πειθαρχία 11%, σεβασμός των κανόνων 3%).
Η γενικότερη σύγκριση δείχνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων θεωρεί ότι το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο μπορεί να προάγει –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– θετικές αξίες του αθλητισμού. Για το αντίστοιχο ελληνικό μοντέλο, οι απόψεις είναι αντίθετες. Η μεγάλη πλειοψηφία δεν πιστεύει ότι προάγει τις θετικές αξίες του αθλητισμού. Κατά συνέπεια, υπάρχει μια στρέβλωση του ελληνικού αθλητικού μοντέλου έναντι του ευρωπαϊκού, σε ό,τι αφορά τις θετικές πλευρές του αθλητισμού. Για πολλαπλούς λόγους, το αθλητικό μοντέλο της Ελλάδας δεν μπορεί να αναδείξει αυτές τις θετικές πλευρές.
Αρνητικές αξίες
Το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο ενσωματώνει και μια σειρά αρνητικών αξιών, η μεγέθυνση των οποίων απειλεί τη λειτουργικότητα και τις προοπτικές του αθλητισμού στην ΕΕ.
Οι ερωτώμενοι κατά 91% αναδεικνύουν ως μεγαλύτερη αρνητική αξία/απειλή την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού. Ακολουθούν το ντόπινγκ (86%), η διαφθορά (73%), η εκμετάλλευση των νέων αθλητών (70%), το ξέπλυμα χρήματος (62%), η βία (60%) και ο ρατσισμός (34%).
Οι αντίστοιχες εκτιμήσεις για τον ελληνικό αθλητισμό είναι η απειλή της διαφθοράς (84%), η βία (83%), η εμπορευματοποίηση (81%), το ντόπινγκ (81%), το ξέπλυμα χρήματος (74%), η εκμετάλλευση των νέων αθλητών (70%) και ο ρατσισμός (37%).
Από τη σύγκριση των δύο μοντέλων φαίνεται ότι ο αθλητισμός στην Ελλάδα θεωρείται ότι είναι λιγότερο εμπορευματοποιημένος και λιγότερο επιρρεπής στο ντόπινγκ σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά ότι έχει το ίδιο επίπεδο εκμετάλλευσης των νέων αθλητών και, επιπλέον, μεγαλύτερη διαφθορά, περισσότερη βία, μεγαλύτερο ξέπλυμα χρήματος και ελαφρά ανεβασμένα επίπεδα ρατσισμού.
Η έρευνα αυτή είναι η πρώτη που διεξάγει το περιοδικό Monthly Review στο χώρο του αθλητισμού. Το θέμα της σχετίζεται με τη λειτουργία των υπαρχόντων αθλητικών μοντέλων και κυρίως αυτού που λειτουργεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει συγκροτηθεί με την πάροδο των χρόνων μέσα από μια διαδικασία σύγκλισης των επιμέρους αθλητικών μοντέλων των χωρών-μελών. Η διαδικασία δεν έχει ακόμη συντελεσθεί πλήρως, και γι’ αυτό παρουσιάζονται ακόμη αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες ανάμεσα στις περιφέρειες (Βορράς–Νότος) ή στις χώρες-μέλη (όπως στην Ελλάδα).
Η Λευκή Βίβλος για τον Αθλητισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) υπήρξε η βάση για τη διαμόρφωση των ερωτημάτων της έρευνας, στο βαθμό που συνοψίζει μεν τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού μοντέλου αλλά και επιδιώκει ταυτόχρονα να το διαμορφώσει περαιτέρω και να δώσει κατεύθυνση στο ρόλο του αθλητισμού στην Ευρώπη.
Ο στόχος της έρευνας ήταν τόσο η αξιολόγηση του ευρωπαϊκού αθλητικού μοντέλου όσο και η ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού αθλητικού μοντέλου. Η σύγκριση αυτή επιτρέπει να διερευνηθούν οι παθογένειες του ελληνικού αθλητικού μοντέλου –το οποίο στη γενική του φιλοσοφία και τη διάρθρωσή του ταυτίζεται με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό– και να αναδειχθούν επιμέρους πεδία παρέμβασης είτε από την πλευρά του κράτους είτε από αυτή των αθλητικών φορέων και θεσμών.
Στην έρευνα συμμετείχαν μέλη των ελληνικών αθλητικών ομοσπονδιών, πανεπιστημιακοί και ειδικοί στον αθλητισμό, λόγω της εγγενούς δυσκολίας και του ειδικού χαρακτήρα της. Η έρευνα δεν καλύπτει όλο το φάσμα των θεμάτων που αναπτύσσονται στη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό της ΕΕ. Η ολοκλήρωσή της θα γίνει με δύο επιπρόσθετες έρευνες τις οποίες έχει προγραμματίσει το Monthly Review για το άμεσο μέλλον.
Για τα αθλητικά μοντέλα
Η υπάρχουσα ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα στο χώρο του αθλητισμού, σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό, πρέπει να αποτυπωθεί σε ένα ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, το οποίο να προέρχεται από μια ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών –ένας χώρος ο οποίος δεν υπάρχει και δεν μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς την έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας, που και αυτή με τη σειρά της δεν υπάρχει– και να αποτελεί έκφραση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της στάσης των Ευρωπαίων απέναντι στις αθλητικές αξίες. Με δεδομένη την ανυπαρξία της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών, το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο συγκροτείται πάνω σε δύο άξονες: πρώτον, αντανακλώντας κοινές συνισταμένες του αθλητικού πολιτισμού των επιμέρους κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεύτερον, ενσωματώνοντας επιμέρους αξίες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Επομένως, το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο πρέπει να έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
• Να είναι ένα δημοκρατικό μοντέλο το οποίο θα διασφαλίζει τη δυνατότητα συμμετοχής όλων στον αθλητισμό ή, όπως διατυπώνεται διαφορετικά, θα αποτελεί ένα μοντέλο αποφυγής του «αθλητικού αποκλεισμού» και προαγωγής του «περιεκτικού αθλητισμού».
• Το μοντέλο θα πρέπει να έχει πυραμιδοειδή μορφή, με τις ομάδες να αποτελούν τη βάση της πυραμίδας, εξασφαλίζοντας τη λαϊκή συμμετοχή σε τοπικό επίπεδο. Στο επόμενο επίπεδο θα υπάρχουν περιφερειακές ενώσεις και πρωταθλήματα. Στο αμέσως επόμενο, ομοσπονδίες και πρωταθλήματα στα πλαίσια του εθνικού κράτους. Στην κορυφή της πυραμίδας θα υπάρχουν οι ευρωπαϊκές συνομοσπονδίες απαρτιζόμενες από εκπροσώπους των εθνικών ομοσπονδιών. Το πυραμιδοειδές μοντέλο δίνει τη δυνατότητα διασύνδεσης με τις παγκόσμιες Αρχές λειτουργίας των επιμέρους αθλημάτων, οι οποίες διέπονται από την ίδια λογική.
• Το μοντέλο θα πρέπει να ενσωματώνει την αρχή της «οικονομικής αλληλεγγύης», δηλαδή τη δυνατότητα διανομής των κρατικών πόρων σε όλες τις βαθμίδες της πυραμίδας.
• Το μοντέλο θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τις αρχές της «προαγωγής και του υποβιβασμού» για να διασφαλίσει κίνητρα συμμετοχής στο πυραμιδοειδές σχήμα.
Τι επιπλέον διασφαλίζει ένα πυραμιδοειδές μοντέλο; Σύμφωνα με τις αθλητικές εμπειρίες των κρατών-μελών της ΕΕ, τα θετικά μιας πυραμιδοειδούς αθλητικής δομής είναι:
• Η πυραμίδα θεωρείται ένα μοντέλο το οποίο ευνοεί τον ανταγωνισμό. Ξεκινά από τοπικά πρωταθλήματα και καταλήγει σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά.
• Η πυραμίδα θεωρείται ένα μοντέλο το οποίο ευνοεί την αυτοοργάνωση. Δίνει δυνατότητες αξιοποίησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού στόχου.
• Η πυραμίδα θεωρείται μια αντανάκλαση της εικόνας της ιεράρχησης των ανθρώπινων ικανοτήτων. Ξεκινά με τον ερασιτεχνισμό στη βάση και καταλήγει στον επαγγελματισμό στην κορυφή.
• Η πυραμίδα διαμορφώνει τις δυνατότητες γραφειοκρατικού και πολιτικού ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να ασκείται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό, μέσα από την προώθηση της κατάλληλης νομοθεσίας και των αναγκαίων θεσμών.
Φαίνεται λοιπόν ότι το ευρωπαϊκό όραμα για το αθλητικό μοντέλο της ΕΕ είναι μια πυραμίδα η οποία θεωρείται μια «αδιαίρετη ολότητα». Μια ολότητα η οποία αναμειγνύει διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής δραστηριότητας όπως ο ανταγωνισμός, η αυτοοργάνωση, οι ικανότητες, η σχέση ερασιτέχνη–επαγγελματία, ο γραφειοκρατικός έλεγχος και η πολιτική εκπροσώπηση. Εν ονόματι της «διαφάνειας» και της «αποτελεσματικότητας» ενός ιεραρχημένου ελέγχου, προωθείται μια ενιαία και μονοδιάστατη δομή για τον ευρωπαϊκό αθλητισμό.
Εξετάζοντας αυτή την πυραμίδα από την πλευρά των αξιών του ευρωπαϊκού καπιταλισμού –όσο μπορεί καταχρηστικά να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει ευρωπαϊκός καπιταλισμός και όχι επιμέρους καπιταλισμοί των εθνικών κρατών– μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένες από τις αξίες αυτές, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί και σε όλες τις ευρωπαϊκές συνθήκες: ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η μερική αναδιανομή στις κατώτερες βαθμίδες, η επιθυμητή πολιτική παρέμβαση, η αναπαραγωγή της ιεραρχημένης ανισότητας –που στον αθλητισμό εκφράζεται με τη διάκριση ερασιτεχνισμού και επαγγελματισμού– καθώς και η προσπάθεια διαμόρφωσης ενιαίας ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Σύμφωνα με όσα προαναφέραμε, ο ευρωπαϊκός αθλητισμός αναπτύσσεται με βάση το αντίστοιχο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, δηλαδή με βάση την πυραμιδοειδή λογική και τις αρχές του «περιεκτικού αθλητισμού», της «οικονομικής αλληλεγγύης», του «ανταγωνισμού» που μεταφράζεται σε προαγωγές και υποβιβασμούς καθώς και στον πολιτικό έλεγχο και παρέμβαση. Βέβαια, το μοντέλο αυτό προσομοιάζει περισσότερο σε έναν ανταγωνιστικό καπιταλισμό σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, ο οποίος όμως επιτρέπει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση κεφαλαίου και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Έτσι, οι πλούσιες και επιτυχημένες ομάδες γίνονται πλουσιότερες και οι φτωχές φτωχότερες, και όσες στοχεύουν στη βελτίωση έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία κάθε χρόνο να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται.
Αντίθετα, το αμερικανικό αθλητικό μοντέλο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά:
• Το κάθε επιμέρους άθλημα προκαλεί ανταγωνισμό και προσδίδει αξία στους συλλόγους που ασχολούνται με το συγκεκριμένο άθλημα, η οποία είναι άμεσα μετρήσιμη και εμπορεύσιμη.
• Επιτρέπει τη συμμετοχή όλων με βάση τις προδιαγραφές του «αμερικανικού ονείρου» περί επιτυχίας.
• Σε κάθε κατηγορία πρέπει να εναρμονίζονται οι αρχές του μάρκετινγκ και της δημιουργίας «brand name» με την ισχύ και το χρήμα. Τα αμερικανικά επαγγελματικά αθλήματα, όπως το αμερικανικό ποδόσφαιρο, το μπέιζμπολ, το μπάσκετ και το χόκεϊ αποτελούν την επιτομή του μάρκετινγκ, παράγοντας μεγάλες ποσότητες νικητών και ηττημένων σε κάθε αθλητική περίοδο.
• Σε αντίθεση με το πυραμιδοειδές ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο, ο αμερικανικός αθλητισμός λειτουργεί στα πλαίσια ενός τυπικού οικονομικού καρτέλ. Δεν υπάρχουν προαγωγές και υποβιβασμοί. Η κατάταξη των ομάδων στον βαθμολογικό πίνακα συνδέεται άμεσα με την εμπορική αξία της κάθε ομάδας, που πέφτει ή ανεβαίνει ανάλογα με τις επιδόσεις της. Οι ομάδες του καρτέλ μοιράζονται τα έσοδα, ρυθμίζουν αυστηρά την είσοδο σε αυτό, ενισχύουν τους ασθενέστερους (όπως, για παράδειγμα, μέσα από την προτεραιότητα στην επιλογή νέων ταλέντων: διαδικασία των drafts), για να διατηρηθεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ανταγωνισμού, και διαπραγματεύονται συλλογικά με τις αθλητικές Αρχές.
Οι υποστηρικτές αυτού του μοντέλου πιστεύουν ότι αποτελεί έναν συνεργατικό τρόπο οργάνωσης των αθλητικών δραστηριοτήτων, ότι είναι οικονομικά αποτελεσματικότερο και ότι περιορίζει σε σημαντικό βαθμό την κρατική παρέμβαση. Ήδη, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα πρωταθλήματα στα ελίτ αθλήματα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ κ.ά.) διεξάγονται με βάση το αμερικανικό συνεργατικό μοντέλο, το οποίο εξαπλώνεται ακολουθώντας τη διάδοση του επαγγελματικού αθλητισμού.
Το τρίτο αθλητικό μοντέλο, το κρατικό, συνδέεται κυρίως με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»• τόσο με εκείνον που κατέρρευσε στα πλαίσια των ανατροπών που υπήρξαν στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όσο και με αυτόν που εξακολουθεί να λειτουργεί στην Κίνα, στην Κούβα, στο Βιετνάμ, στο Λάος κ.α. Το αθλητικό μοντέλο αυτών των χωρών υπερκαθορίζεται από την παρουσία και τη δραστηριότητα του κράτους. Ο αθλητισμός πρέπει πρωτίστως να συμβάλλει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας και στην κάλυψη των γενικότερων λαϊκών αναγκών. Οργανώνεται σε ερασιτεχνικό επίπεδο και μετά από πρωτοβουλίες εργατικών, αγροτικών και εν γένει λαϊκών συσσωματώσεων. Η οργάνωσή του εμπεριέχει μια πυραμιδοειδή μορφή στο βαθμό που ο αθλητικός ανταγωνισμός θεωρείται ένα αποδεκτό κίνητρο λαϊκής κινητοποίησης και αξιοποίησης των ατομικών δεξιοτήτων.
Σε εθνικό επίπεδο και στα πλαίσια της συμμετοχής των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο παγκόσμιο αθλητικό γίγνεσθαι, ο αθλητισμός συμβάλλει στην προώθηση της θετικής εικόνας της χώρας και στην ανάδειξη της υπεροχής του υιοθετημένου αθλητικού μοντέλου.
Μετά από τις προαναφερόμενες καταρρεύσεις και ανατροπές που σημειώθηκαν στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το αθλητικό μοντέλο κατηγορήθηκε πολλαπλά και με κύρια αιχμή την με κάθε μέσο –βασικά με φαρμακευτικά μέσα– προσπάθεια επίτευξης αθλητικών επιτυχιών. Αν στην περίοδο 1950–1990 οι αθλητικές επιτυχίες τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής εντάσσονταν στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου, στην τρέχουσα περίοδο εντάσσονται κυρίως από την Κίνα στη διεύρυνση της ήπιας ισχύος της μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι υπάρχει και ένα τέταρτο αθλητικό μοντέλο: αυτό που αναπτύσσεται στον Τρίτο Κόσμο. Το μοντέλο αυτό αντανακλά τόσο την άνιση ανάπτυξη του αθλητισμού σε παγκόσμια κλίμακα όσο και την αδυναμία των αναπτυσσόμενων χωρών να προσεγγίσουν τις αναπτυγμένες. Με βάση το μοντέλο αυτό, ο «αθλητισμός για όλους» αποτελεί προοπτική που δεν μπορεί να επιτευχθεί. Η απουσία ειδικών, η έλλειψη εγκαταστάσεων, η ελαχιστοποιημένη αθλητική παιδεία, σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και τους μεγάλους ρυθμούς αύξησης του αθλητισμού, αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες για την ανάπτυξη μαζικού αθλητισμού. Έναντι αυτού επιλέγεται ένα μοντέλο υψηλών διακρίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού κάθε χώρας. Οι επιμέρους και σποραδικές αθλητικές διακρίσεις αποτελούν παράγοντα ενίσχυσης της εικόνας και του κύρους της χώρας και συμβάλλουν στην προσπάθεια επίτευξης κοινωνικής συνοχής.
Στις επόμενες ενότητες αναλύονται τα ευρήματα της έρευνας και εξάγονται συμπεράσματα για τις συγκλίσεις και διαφοροποιήσεις του ελληνικού και του ευρωπαϊκού αθλητικού μοντέλου.
Θετικές αξίες
Η Λευκή Βίβλος προβάλλει ένα σύστημα θετικών αξιών οι οποίες πρέπει να ενσωματώνονται στο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο. Όλες αυτές οι αξίες, σύμφωνα με τους ερωτώμενους, θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό μοντέλο.
Η ομαδικότητα (68%), η αλληλεγγύη (60%), η ανεκτικότητα (57%), η ευγενής άμιλλα (55%), η πειθαρχία (74%) και ο σεβασμός των κανόνων (71%) πιστεύεται ότι εμπεριέχονται πολύ ή αρκετά στο ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σε όλες τις ερωτήσεις υπερίσχυσε το «αρκετά» με μεγάλα ποσοστά (ομαδικότητα 50%, αλληλεγγύη 51%, ανεκτικότητα 48%, ευγενής άμιλλα 44%, πειθαρχία 47%, σεβασμός των κανόνων 38%) έναντι του «πολύ» που λαμβάνει μικρά ποσοστά (ομαδικότητα 18%, αλληλεγγύη 9%, ανεκτικότητα 9%, ευγενής άμιλλα 11%, πειθαρχία 27%, σεβασμός των κανόνων 33%).
Από την άλλη πλευρά, στο ελληνικό αθλητικό μοντέλο μόνο η ομαδικότητα εκφράζεται ως θετική αξία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% (συγκεκριμένα, στο 54%). Η αλληλεγγύη (42%), η ανεκτικότητα (39%), η ευγενής άμιλλα (38%), η πειθαρχία (44%) και ο σεβασμός των κανόνων (36%) δεν θεωρούνται ότι εκφράζονται τόσο ισχυρά στο ελληνικό μοντέλο. Από τις αναλύσεις των απαντήσεων φαίνεται ότι και στην ελληνική περίπτωση το «αρκετά» υπερισχύει με μεγάλα ποσοστά (ομαδικότητα 39%, αλληλεγγύη 36%, ανεκτικότητα 35%, ευγενής άμιλλα 36%, πειθαρχία 33%, σεβασμός των κανόνων 33%), έναντι του «πολύ» που λαμβάνει μικρά ποσοστά (ομαδικότητα 15%, αλληλεγγύη 6%, ανεκτικότητα 4%, ευγενής άμιλλα 2%, πειθαρχία 11%, σεβασμός των κανόνων 3%).
Η γενικότερη σύγκριση δείχνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων θεωρεί ότι το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο μπορεί να προάγει –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– θετικές αξίες του αθλητισμού. Για το αντίστοιχο ελληνικό μοντέλο, οι απόψεις είναι αντίθετες. Η μεγάλη πλειοψηφία δεν πιστεύει ότι προάγει τις θετικές αξίες του αθλητισμού. Κατά συνέπεια, υπάρχει μια στρέβλωση του ελληνικού αθλητικού μοντέλου έναντι του ευρωπαϊκού, σε ό,τι αφορά τις θετικές πλευρές του αθλητισμού. Για πολλαπλούς λόγους, το αθλητικό μοντέλο της Ελλάδας δεν μπορεί να αναδείξει αυτές τις θετικές πλευρές.
Αρνητικές αξίες
Το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο ενσωματώνει και μια σειρά αρνητικών αξιών, η μεγέθυνση των οποίων απειλεί τη λειτουργικότητα και τις προοπτικές του αθλητισμού στην ΕΕ.
Οι ερωτώμενοι κατά 91% αναδεικνύουν ως μεγαλύτερη αρνητική αξία/απειλή την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού. Ακολουθούν το ντόπινγκ (86%), η διαφθορά (73%), η εκμετάλλευση των νέων αθλητών (70%), το ξέπλυμα χρήματος (62%), η βία (60%) και ο ρατσισμός (34%).
Οι αντίστοιχες εκτιμήσεις για τον ελληνικό αθλητισμό είναι η απειλή της διαφθοράς (84%), η βία (83%), η εμπορευματοποίηση (81%), το ντόπινγκ (81%), το ξέπλυμα χρήματος (74%), η εκμετάλλευση των νέων αθλητών (70%) και ο ρατσισμός (37%).
Από τη σύγκριση των δύο μοντέλων φαίνεται ότι ο αθλητισμός στην Ελλάδα θεωρείται ότι είναι λιγότερο εμπορευματοποιημένος και λιγότερο επιρρεπής στο ντόπινγκ σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά ότι έχει το ίδιο επίπεδο εκμετάλλευσης των νέων αθλητών και, επιπλέον, μεγαλύτερη διαφθορά, περισσότερη βία, μεγαλύτερο ξέπλυμα χρήματος και ελαφρά ανεβασμένα επίπεδα ρατσισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου